έγκλημα

Κάθε αδίκημα αντίθετο με τον νόμο, για το οποίο η πολιτεία προβλέπει την επιβολή ποινής. Η κοινή χρήση του όρου έ. είναι πολύ πιο περιορισμένη από τη νομική. Αναφέρεται, συνήθως, στις πολύ βαριές παραβάσεις των ηθικών αρχών ή των πολύ γνωστών νομικών κανόνων και μάλιστα τις περισσότερες φορές συνδέεται με την ανθρωποκτονία, ιδιαιτέρως την προμελετημένη, ή επεκτείνεται σε βαριές αντικοινωνικές πράξεις· ταυτίζεται κατά κάποιον τρόπο με τη λέξη κακούργημα. Όσον αφορά, όμως, τη νομική έννοια του ε., το κακούργημα αποτελεί μία από τις τρεις κατηγορίες του –οι άλλες δύο είναι το πλημμέλημα και το πταίσμα–, όπως καθορίζονται ανάλογα με το είδος της ποινής που επιβάλλεται από τον ποινικό νόμο για την καθεμία από αυτές τις κατηγορίες. Το έ., από μια άλλη άποψη, είναι αδίκημα και συγκεκριμένα ποινικό αδίκημα, που διαφοροποιείται από τη γενική έννοια των αδικημάτων, από το γεγονός ότι γι’ αυτό η πολιτεία έχει προβλέψει την επιβολή ποινής. Ωστόσο, το περιεχόμενο της έννοιας αυτής διαφοροποιείται από τόπο σε τόπο και από εποχή σε εποχή, ώστε ο ειδικότερος προσδιορισμός και ο χαρακτηρισμός διαφόρων πράξεων ή παραλείψεων ως ε. να παίζει σημαντικό ρόλο στη γενικότερη διαμόρφωση των κοινωνικών σχέσεων, στα πλαίσια του δικαίου μιας πολιτείας στις διάφορες ιστορικές της φάσεις. Όταν πρόκειται για σεξουαλικά αδικήματα και αδικήματα που εντοπίζονται στον χώρο των συναλλαγών, γίνεται λόγος για ποινικοποίηση του αστικού δικαίου. Ιδιαίτερα, τα αδικήματα που αφορούν τους τομείς της κατανάλωσης και της αγοράς, που είναι κυρίως τα αγορανομικά, αποκτούν σημαντικό βάρος σε περιόδους μη ομαλότητας, τότε δηλαδή που οι νόμοι του ανταγωνισμού και της ελεύθερης συναλλαγής υποχωρούν. Εκτός από αυτά, την τελική σφραγίδα της υπάρχουσας κοινωνικής κατάστασης σε μία χώρα δίνουν τα υγειονομικά αδικήματα, που αποκτούν όλο και μεγαλύτερη έκταση με τις αυξανόμενες ανάγκες προστασίας του περιβάλλοντος και ακόμα τα πολιτικά αδικήματα. Η εξέλιξη των κοινωνικών συνθηκών, αλλά και οι πολιτιστικές εξελίξεις, επιδρούν στη δημιουργία τόσο της ανάλογης συμπεριφοράς των ατόμων και των ομάδων όσο και των πλαισίων εντός των οποίων ορισμένες πράξεις των ατόμων ανάγονται σε έ. Για παράδειγμα, αναφέρουμε τη μαγεία, που ήταν παλαιότερα ποινικό αδίκημα, και, αντίθετα, τη χρήση ναρκωτικών, που δεν την τιμωρούσαν οι ποινικοί νόμοι. Υπάρχουν πολλές κατηγορίες ε. και ανάλογες προς αυτές είναι οι ποινές με τις οποίες τιμωρούνται.
* * *
το (AM ἔγκλημα)
1. αυτό για το οποίο κατηγορείται κανείς, εγκληματική πράξη, κακούργημα («πάντων oὖv τούτων ἐγκλήματα ἔχοντες οἱ Κορίνθιοι», Θουκ.)
2. σοβαρή παράβαση γραπτού ή άγραφου νόμου («ὁ κατηγορούμενος... τόπον τε ἀπολογίας λάβοι περὶ τοῡ ἐγκλήματος», ΚΔ Πράξ.)
νεοελλ.
μεγάλη απερισκεψία, παραφροσύνη («είναι έγκλημα η αδιαφορία σου»)
μσν.
διαφωνία, διένεξη
αρχ.-μσν.
κατηγορία, καταγγελία
αρχ.
1. αντικείμενο μομφής, καταγγελίας
2. πράξη που προκαλεί κατηγορία ή ντροπή
3. (στους ρήτορες) έγγραφη κατηγορία που γίνεται στο δικαστήριο για κατηγορίες σχετικές με ιδιωτικές υποθέσεις.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἔγκλημα — accusation neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έγκλημα — το, ατος 1. αυτό για το οποίο κατηγορείται κάποιος, κατηγορία: Έγκλημα κλοπής. 2. βαριά παράβαση γραπτού ή άγραφου νόμου (ιδίως ο φόνος): Τα εγκλήματα πολλαπλασιάστηκαν τελευταία. 3. (νομ.), άδικη πράξη ή παράλειψη, που καταλογίζεται σ αυτόν που… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • έγκλημα — [энглима] ου а. о. преступление …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ανθρωποκτονία — Έγκλημα κατά της ζωής, το οποίο κατά την ποινική νομοθεσία μπορεί να υπαχθεί σε έναν ορισμένο αριθμό ειδικότερων περιπτώσεων. Κοινό στοιχείο σε όλες αυτές τις περιπτώσεις είναι ότι με το έγκλημα προκαλείται ο θάνατος ενός προσώπου. Το αποτέλεσμα… …   Dictionary of Greek

  • περιύβριση αρχής — Έγκλημα που διαπράττει όποιος εξυβρίζει, συκοφαντεί και γενικά εκ φράζεται περιφρονητικά για μια αρχή: δημόσια, δημοτική ή κοινοτική. Η π. α. προβλέπεται και τιμωρείται από το νόμο. Ο νόμος, τιμωρώντας την, έχει ως σκοπό να προστατέψει την… …   Dictionary of Greek

  • τοὔγκλημα — ἔγκλημα , ἔγκλημα accusation neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔγκλημ' — ἔγκλημα , ἔγκλημα accusation neut nom/voc/acc sg ἔγκλημι , ἐγκλάω thwart pres ind act 1st sg ἔγκλημαι , ἐγκλάω thwart pres ind mp 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βιασμός — Έγκλημα που προσβάλλει τα ήθη και τιμωρείται από τον ποινικό κώδικα σε βαθμό κακουργήματος. Συνίσταται στον εξαναγκασμό γυναίκας να δεχτεί εξώγαμη συνουσία με τη χρήση σωματικής βίας ή απειλής σπουδαίου και άμεσου κινδύνου. Γίνεται μόνο από άνδρα …   Dictionary of Greek

  • ἐγκλημάτοιν — ἔγκλημα accusation neut gen/dat dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγκλημάτων — ἔγκλημα accusation neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.